Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Σαν σήμερα: Η απελευθέρωση της Αδριανούπολης.



(Γράφει ο Νίκος Δημ. Νικολαΐδης)

Συμπληρώθηκαν ήδη 100 χρόνια από την είσοδο του ελληνικού στρατού στην Αδριανούπολη και την απελευθέρωση έτσι της πρωτεύουσας της Ανατολικής Θράκης, μετά από δουλεία αιώνων τόσο στον Οθωμανικό όσο και το Βουλγαρικό ζυγό.

Τον Οκτώβριο του 1912 ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, όταν οι σύμμαχοι Ελλάδα – Βουλγαρία – Σερβία και Μαυροβούνιο επιτέθηκαν κατά των τουρκικών φρουρών που έδρευαν στις ευρωπαϊκές επαρχίες της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύντομα, οι βαλκάνιοι σύμμαχοι πέτυχαν να απελευθερώσουν εδάφη τα οποία κατοικούνταν από ομοεθνείς τους, με την Ελλάδα να διπλασιάζει, σχεδόν την επικράτειά της, τη Σερβία να ενσωματώνει στη δική της έκταση την περιοχή της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας και τη Βουλγαρία να αποκτά τον έλεγχο της Θράκης. Ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε να ζητήσει ανακωχή και το Μάιο του 1913 υπέγραψε τη Συνθήκη του Λονδίνου, αποδεχόμενος τα τετελεσμένα των συγκρούσεων.


Ωστόσο, το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου προέκυψε διαφωνία μεταξύ των νικητών, σχετικά με τη διανομή των εδαφικών κερδών και στα μέσα του Ιουνίου ξέσπασαν μεταξύ τους νέες συγκρούσεις, που αποτέλεσαν τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Στο παιχνίδι της αναδιανομής μπήκε πλέον και η Ρουμανία, ενώ η ηττημένη Τουρκία, επωφελούμενη τώρα της καινούριας εμπόλεμης κατάστασης, ανέκτησε τον έλεγχο της Ανατολικής Θράκης από τους Βούλγαρους, στις 23 Ιουλίου 1913. Η Βουλγαρία, που διέθετε τον πιο πολυάριθμο στρατό μεταξύ των πρώην συμμάχων της και «θιγμένη» από το γεγονός πως ενώ είχε κρατήσει μόνη της το μεγαλύτερο βάρος της Τουρκικής αντεπίθεσης στον Α΄ Βαλκανικό, εντούτοις είδε πολλές από τις εδαφικές της βλέψεις να μην υλοποιούνται, είχε επιτεθεί ταυτόχρονα στις Ελληνικές και τις Σερβικές δυνάμεις, προσβλέποντας να ανατρέψει υπέρ της τα δεδομένα.


Όμως, η Ελλάδα και η Σερβία, που είχαν συμπράξει κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού, πραγματοποίησαν επιτυχή αντεπίθεση κατά των Βουλγάρων, οι οποίοι δεν άντεξαν το βάρος της εναντίον τους πίεσης από τρεις πλευρές και αναγκάστηκαν να ζητήσουν εκεχειρία. Στις 28 Ιουλίου του 1913 υπογράφτηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου που βρήκε τώρα ηττημένη τη Βουλγαρία, η οποία έχασε σχεδόν όλα τα κέρδη που είχε αποκομίσει στον Α΄Βαλκανικό Πόλεμο. Αντίθετα, η Ρουμανία και η Τουρκία ήταν οι κύρια ευνοημένες από αυτή την απρόσμενη εξέλιξη της διαμάχης.
Με την έναρξη του Α΄Παγκόσμιου Πολέμου (28 Ιουλίου 1914) η Τουρκία (μαζί με τη Βουλγαρία) βρέθηκε στην πλευρά των «Κεντρικών Αυτοκρατοριών» (Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας), αντίπαλος των δυτικών συμμάχων της «εγκάρδιας συνεννόησης - Αντάντ» (Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας)  στην οποία είχε προσχωρήσει η Τσαρική Ρωσία. 


Η Ελλάδα αρχικά παρέμεινε ουδέτερη, αλλά μετά από την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος της «Εθνικής Άμυνας» (1916) η χώρα διχάστηκε και τελικά εντάχτηκε στο δυτικό στρατόπεδο, καθώς ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος επικράτησε στρατιωτικά και πολιτικά του γερμανόφιλου βασιλέα Κωνσταντίνου. Ο πόλεμος έληξε το φθινόπωρο του 1918 με λαμπρή νίκη της «Αντάντ» στην οποία ο ελληνικός στρατός είχε συνεισφέρει σημαντικά. Τη συμμαχική νίκη είχε ενισχύσει η είσοδος στον πόλεμο των Η.Π.Α. (στο πλευρό των αγγλογάλλων), ενώ ο τσάρος της Ρωσίας ανατράπηκε έπειτα από παλλαϊκή εξέγερση το Φεβρουάριο του 1917 και η αχανής χώρα, αφού πρώτα συνθηκολόγησε υπέρ των Γερμανών, ακολούθως μπήκε σε έναν τριετή εμφύλιο πόλεμο έως ότου το μπολσεβίκικο κόμμα έγινε απόλυτος κυρίαρχος της εξουσίας, ιδρύοντας τελικά την Ε.Σ.Σ.Δ., το πρώτο εργατικό-αγροτικό κράτος στον κόσμο. Η Βουλγαρία, που εν τω μεταξύ (όσο η Ελλάδα παρέμενε εκτός της σύγκρουσης) είχε εδραιωθεί σε πολλές περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας και της Θράκης, αναγκάστηκε να δεχτεί τη Συνθήκη του Νεϊγύ (1919), βάσει της οποίας εγκατέλειπε οριστικά κάθε βλέψη της στη Δυτική Θράκη.


Με τη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών (Ιανουάριος – Απρίλιος 1919)  τέσσερις αυτοκρατορίες διαλύθηκαν (Ρωσική, Αυστροοουγγρική, Γερμανική, Οθωμανική) και ένα νέο καθεστώς επιβλήθηκε στους λαούς της Ευρώπης. Στις 2 Μαΐου του ίδιου έτους ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Σμύρνης, με συμμαχική εντολή να επιβάλει την τάξη στην ευρύτερη περιοχή της Ιωνίας και να υποχρεώσει τους Τούρκους εθνικιστές που αντιδρούσαν στο διαμελισμό της πρώην Οθωμανικής επικράτειας, να υποταχθούν. Παράλληλα, οι στόλοι των νικητριών χωρών έπλευσαν στον Κεράτιο κόλπο και συμμαχικές δυνάμεις ασφαλείας εγκαταστάθηκαν στην ίδια την Κωνσταντινούπολη.


Ο Σουλτάνος, έχοντας προηγούμενα δεχτεί να υπογράψει ανακωχή στο Μούδρο (Οκτώβριος 1918), κωλυσιεργούσε τώρα, προσπαθώντας να διατηρήσει τα προνόμιά του. Την κατάσταση αυτή δεν αποδέχτηκε το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα που -με επικεφαλής τον αξιωματικό του τουρκικού στρατού Μουσταφά Κεμάλ- κήρυξε νέα εθνοσυνέλευση στην Άγκυρα, η οποία αποφάσισε ένοπλη σύγκρουση εναντίον των συμμαχικών στρατευμάτων που βρίσκονταν -σαν δυνάμεις κατοχής διαφόρων εδαφικών ζωνών- στη Μικρά Ασία.

Με τη διάσκεψη του Σαν Ρέμο (18 – 25 Απριλίου 1920) όπου μετείχαν οι νικήτριες δυνάμεις συν την Ιαπωνία, η Γαλλία πέτυχε τη διατήρηση των σκληρότατων όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών επί της Γερμανίας. Παράλληλα, η Βρετανία και η Γαλλία επισημοποίησαν την πρόθεσή τους να καταλάβουν την Παλαιστίνη και τη Συρία, αντίστοιχα, ενώ η Ιταλία κατάφερε να εξασφαλίσει την ανοχή των συμμάχων της για σταδιακή απαγκίστρωση από τη Μικρά Ασία και σύναψη εμπορικών σχέσεων με τους Σοβιετικούς. Στην Ελλάδα, τέλος, παραχωρήθηκε ολόκληρη η Θράκη και ορίστηκε ότι ο ελληνικός στρατός θα την καταλάμβανε στις 15 Μαΐου του 1920. 


Στις 31 Μαΐου, όμως, ο Τούρκος συνταγματάρχης Τζαφέρ Ταγιάρ τέθηκε επικεφαλής αυτονομιστικού κινήματος στην Ανατολική Θράκη και ίδρυσε προσωρινή κυβέρνηση, με έδρα την Αδριανούπολη.
Από τις 8 έως τις 10 Ιουνίου του 1920 συνήλθε το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο στη Βουλώνη της Γαλλίας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός κατάφερε να εξασφαλίσει τη συμμαχική εντολή για άμεση στρατιωτική δράση. Στον αντίποδα, η αίτηση της τουρκικής αντιπροσωπείας και του Μεγάλου Βεζύρη Νταμάτ Φερίτ για παράταση της προθεσμίας υπογραφής της ειρηνευτικής συνθήκης, απορρίφθηκε. Στις 13 Ιουνίου ο επικεφαλής της ελληνικής στρατιάς κατοχής Δυτικής Θράκης, αντιστράτηγος Εμμανουήλ Ι. Ζυμβρακάκης απεύθυνε τελεσίγραφο στον Τζαφέρ Ταγιάρ να παραδώσει την Αδριανούπολη. 

Λίγες μέρες μετά (23 Ιουνίου – 4 Ιουλίου 1920) οι νικήτριες δυνάμεις παρουσία και Γερμανικής αποστολής, συνήλθαν για μία ακόμη φορά στο Σπα της Γαλλίας εξουσιοδοτώντας την ελληνική κυβέρνηση να εκκαθαρίσει πλήρως την Ανατολική Θράκη με τη βοήθεια των Βρετανών και να προελάσει, ταυτόχρονα στα ενδότερα της Ιωνίας, εξουδετερώντας τις δυνάμεις των Ταγιάρ – Κεμάλ, που απειλούσαν τα συμμαχικά σχέδια στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ακόμη, οι σύμμαχοι προχώρησαν σε μικρές τροποποιήσεις των όρων του Σαν Ρέμο, όπως η άνευ στρατιωτικών δεσμεύσεων παραχώρηση στην Ελλάδα της Λέσβου.

Εν τω μεταξύ, στις 21 Ιουνίου ο Ταγιάρ προχώρησε σε ευρεία στρατολόγηση ανδρών ηλικίας μέχρι και 50 (!) ετών και μία εβδομάδα αργότερα ανακοίνωσε την απόφασή του για διενέργεια δημοψηφίσματος προκειμένου με αυτό να κριθεί η τύχη της Ανατολικής Θράκης. Με ισχυρά οχυρωματικά έργα που είχε κατασκευάσει στην κύρια γραμμή αμύνης του (τομείς Ουζούν – Κιουπρού), βαρύ πυροβολικό, ανεπίσημες ενισχύσεις σε πολεμοφόδια από τη Βουλγαρική κυβέρνηση Σταμπολίτσκι και την προσχώρηση στις τάξεις του πολυάριθμων κομιτατζήδων, διέθετε μία συνολική δύναμη περίπου 30.000 – 35.000 ανδρών (από τους οποίους μόνο οι 15.000 ήταν τακτικός στρατός).


Το σχέδιο της ελληνικής προέλασης στη Θράκη -που είχε εκπονήσει ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος- παρουσιάστηκε στους συμμάχους από τον ίδιο το Βενιζέλο και εγκρίθηκε, με αρκετές επιφυλάξεις από τις νικήτριες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και Βέλγιο). Ανεπιφύλακτα υπέρ της ελληνικής προέλασης τάχθηκε η Αγγλία του Lloyd George και εν μέρει η Γαλλία του Alexandre Millerand, ενώ η Ιταλία δια του πρωθυπουργού της Francesco Saverio Nitti εξέφρασε περιορισμένες διαφωνίες. Αντιθέτως, οι στρατάρχες Wilson και Fausch εμφανίστηκαν αισιόδοξοι για την επίτευξη των συμμαχικών επιδιώξεων, με «αιχμή» τον ελληνικό στρατό.


Μετά την ολοκλήρωση της εκστρατείας στη Μικρά Ασία και την κατάληξη της Προύσσας, ήρθε η στιγμή της δράσης στην Ανατολική Θράκη. Στις 7 Ιουλίου 1920 ελληνικά ναυτικά τμήματα πραγματοποίησαν επιτυχημένη απόβαση στα λιμάνια της Προποντίδας (Ραιδεστού, Ηράκλειας) και κατέλαβαν την Τυρολόη και το Λουλέ Μπουργκάς. Την επομένη (8 Ιουλίου), ο ελληνικός στρατός διάβηκε ταχύτατα τις γέφυρες του ποταμού Έβρου στα δυτικά, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις του Ταγιάρ να βρεθούν μεταξύ δύο πυρών. Μέσα σε τρεις ημέρες (11 Ιουλίου 1920) καταλήφθηκαν η Χαριούπολη και το Ουζούν - Κιοπρού. Ο ελληνικός στρατός μπήκε στο Καραγάτς (προάστιο της Αδριανούπολης) και ολοκλήρωσε την κατάκτηση της πόλης στις 12 Ιουλίου. Μετά από ένα ακόμη τριήμερο επιτυχούς δράσης έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων μαχητών οι Σαράντα Εκκλησίες, ενώ στην τοποθεσία Μπουστανλή Χάβσας αιχμαλωτίσθηκε ο ίδιος ο Ταγιάρ, δηλώνοντας υποταγή.


Στις 28 Ιουλίου του 1920 η Τουρκία υπέγραψε τη Συνθήκη των Σεβρών, που όμως έμεινε ανεφάρμοστη, λόγω της ελληνικής ήττας στη μικρασιατική εκστρατεία (Ιούνιος 1921 – Αύγουστος 1922). Το Σεπτέμβριο του 1922 η Ελλάδα υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Ανατολική Θράκη, που περιήλθε και πάλι στην επικράτεια του νέου τουρκικού κράτους, με την ανακωχή των Μουδανιών.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αντίο, Αλέκο Κοτσάκη

Ο Αλέκος Κοτσάκης με τον κουνιάδο του και πρόεδρο του Αιγάλεω, Γιάννη Παλτόγλου στο "Ι.Λ.Ο.Α" (14-6-2017) Πίσω διακρίνονται οι αεί...