Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

Μάκης Βακλαϊδής: Μια ζωή στα γήπεδα!

 (Γράφει ο Νίκος Δημ. Νικολαΐδης)

Γεννημένος στην ιστορική Άμφισσα, την πρωτεύουσα του νομού Φωκίδας στις 12 Αυγούστου του 1964, ο Μάκης Βακλαϊδής έχει αφήσει το δικό του, ξεχωριστό «αχνάρι» στο βιβλίο του ελληνικού ποδοσφαίρου. Πρώτη του ομάδα, στην οποία ξεκίνησε ως αριστερός επιθετικός μέσος (διέθετε μεγάλη ικανότητα και στα δύο πόδια) ήταν ο Κεχαγιάς Προσηλίου, με τον οποίο έπαιξε δυο χρονιές στα τοπικά πρωταθλήματα της -ενιαίας τότε- Ε.Π.Σ. Φθιωτιδοφωκίδας/Ευρυτανίας, πανηγυρίζοντας από νωρίς τον πρώτο του τίτλο (άνοδο από τη Β΄ στην Α΄ κατηγορία) σε ηλικία 18 ετών. Με γερό σκαρί, δυνατά πόδια και μπόι 1,80 μ. γρήγορα συγκέντρωσε πάνω του τα βλέμματα των μεγαλύτερων ομάδων της περιοχής.





Από το καλοκαίρι του 1983 και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια φόρεσε τη φανέλα του αγαπημένου του Φωκικού, πρώτα στο τοπικό πρωτάθλημα (αναδείχθηκε πρωταθλητής Φθιωτιδοφωκίδας το 1985) και εν-συνεχεία στο Εθνικό Ερασιτεχνικό (τη διετία 1985-1987) κερδίζοντας ένα τοπικό κύπελλο (1987), ενώ τη σεζόν 1987-88 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του σε επαγγελματική κατηγορία, στο Βόρειο Όμιλο της Γ΄ Εθνικής, με τα χρώματα της Λαμίας. Τότε ήταν που συνεργάστηκε με τον αείμνηστο προπονητή και πρώην διεθνή ποδοσφαιριστή του Παναθηναϊκού, Ανδρέα Παπαεμμανουήλ, ο οποίος πίστεψε στο ταλέντο του και τον καθιέρωσε.



Ακολούθησε μία διετία στον Α.Ο. Σπάρτης, σε Γ΄ Εθνική (όπου αναδείχθηκε δευτεραθλητής του ενιαίου πανελλήνιου ομίλου το 1988-89) και στη Β΄ Εθνική (1989-90), όταν αγωνιζόταν κυρίως ως επιθετικός, ενώ ο επόμενος σταθμός της αθλητικής του σταδιοδρομίας ήταν το Αγρίνιο και ο Παναιτωλικός, την περίοδο 1990-91, στη Γ΄ Εθνική. Από το 1991 ο Μάκης γύρισε στην άμυνα σαν λίμπερο, θέση στην οποία παρέμεινε έκτοτε. Δύο ακόμη σεζόν έπαιξε στη Γ’  Εθνική, το 1991-92 με το Θρίαμβο του Νέου Κόσμου της Αθήνας και το 1992-93 με τον Εθνικό Αστέρα Καισαριανής, χάνοντας στη δεύτερη περίπτωση στις λεπτομέρειες την άνοδο στη Β΄ Εθνική. Μία άνοδο (αυτή τη φορά από τη Δ’  στη Γ’  Εθνική) την οποία πανηγύρισε αμέσως μετά (περίοδος 1993-94) με τον Α.Ο. Σπάρτης.



Επόμενες ομάδες της Δ΄ Εθνικής που ευτύχησαν να τον έχουν στις τάξεις τους, ήταν κατά σειρά ο Α.Ο. Πατρών, ο Πέλωψ Κιάτου (2 έτη), ο Ευρώτας Έλους και ο Παγκορινθιακός.  Το καλοκαίρι του 1999 επέστρεψε στη βάση του, το Φωκικό και έπαιξε τέσσερα ακόμη χρόνια, κατακτώντας τρία Κύπελλα Φωκίδας και μία ακόμη άνοδο στο Περιφερειακό Πρωτάθλημα, την περίοδο 2001-02. Την άνοιξη του 2003 που σταμάτησε το ποδόσφαιρο, ο Βακλαϊδής ήταν σχεδόν 39 ετών (!) με μία καριέρα 22 ολόκληρων χρόνων αφιερωμένη στη «στρογγυλή θεά».



Επόμενο ήταν, λοιπόν, να συνεχίσει να προσφέρει τις πλούσιες γνώσεις του στο άθλημα που λάτρεψε, σαν προπονητής πλέον. Αναλαμβάνει για 1,5 έτος το Φωκικό και τη σεζόν 2007-08, έπειτα από επίμονη μονομαχία με τον ανταγωνιστή Αστέρα Ιτέας, κατακτά τον τίτλο σε όμιλο του Περιφερειακού Πρωταθλήματος και τον οδηγεί ξανά στη Γ’  Εθνική, ύστερα από απουσία 12 χρόνων. Εργάσθηκε, επίσης, στην Οιάνθη Γαλαξειδίου και τον Ησαΐα Δεσφίνας, στην Α΄ τοπική κατηγορία.



Κατά τη διάρκεια της μακράς σταδιοδρομίας του, ο Μάκης Βακλαϊδής βρέθηκε αντιμέτωπος με όλες σχεδόν τις μεγάλες ομάδες του ελληνικού πρωταθλήματος, είτε ως αντίπαλος σε παιχνίδια του Κυπέλλου Ελλάδας, είτε παίζοντας σε φιλικούς αγώνες, ενώ αγωνίστηκε σχεδόν σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Έπαιξε, κατά καιρούς, απέναντι σε Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό, Π.Α.Ο.Κ., Ηρακλή Θεσσαλονίκης, Πανιώνιο, Βέροια, Ιωνικό, Καλαμαριά, Π.Α.Σ. Γιάννινα, Λεβαδειακό,, Πιερικό, Παναχαϊκή κ.α. Εκτός του θρυλικού «κούνελου», συνεργάστηκε με μία πλειάδα προπονητών όπως οι Στολίγκας, Χάιτας, Γκαϊτατζής, Καραπατής, Αργυρούλης, Κώστας Νικολαΐδης, Λεβεντάκος, Αναστασιάδης, Γιαννέλος, Γερολυμάτος, Παναγιωτόπουλος, Καρσιώτης, Κότσαλος, Σαλαπάτας, Λαμπρινός, Αντωνόπουλος, Ψυχογιός, Καπούρος, Αβαγιαννέλης, Ασημακόπουλος, Σιάχος, Κώστας και Γιώργος Ταμπάκης κ.α.



Στις τόσες πολλές ομάδες που συμμετείχε, γνωρίστηκε και συνδέθηκε φιλικά με πάρα πολλούς συναδέλφους του ποδοσφαιριστές, μεταξύ των οποίων οι Στέλιος Γιαννακόπουλος, Κώστας Κοττάκης, Νίκος Γκαβασιάδης, Γιάννης Τάμπρατζης (στον Εθνικό Αστέρα), Μανώλης Κώτης και Κώστας Κουτάς (στη Λαμία), Μιχάλης Κούσουλας, Κώστας Κωνσταντόπουλος, Νίκος Πασιαλής (στον Παναιτωλικό), Ανδρέας Ζήκος και Θόδωρος Πατρώνης (στον Πέλοπα), Γιάννης Μαγγίνας και Γιώργος Γιαννιός (στο Θρίαμβο) κ.α.



Όσον αφορά στις στιγμές που σημάδεψαν τη μνήμη του, δε θα ξεχάσει ποτέ τις δύο ανόδους που κέρδισε με τη φανέλα της Σπάρτης, το 1989 στη Β΄ Εθνική και πέντε χρόνια μετά στη Γ΄ Εθνική, ενώ και τις δύο αυτές χρονιές αναδείχθηκε 2ος σκόρερ της ομάδας του, τη δεύτερη μάλιστα αγωνιζόμενος σαν λίμπερο! Υπάρχει στη σκέψη του, όμως, η πικρία για δύο ακόμη χαμένες ανόδους, που γεύτηκε ως παίκτης του Εθνικού Αστέρα το 1993 στη Ρόδο, όταν η ομάδα του ισοβάθμησε με Καλαμάτα και Πανηλειακό και δεν κατάφερε να ανέβει στη Β΄ Εθνική και σαν ποδοσφαιριστής του Ευρώτα, τέσσερα χρόνια αργότερα (1997) στην Κάτω Αχαγιά, όταν χάθηκε η άνοδος στη Δ΄ Εθνική.



Τον ευχαριστούμε πολύ που μοιράστηκε μαζί μας τις αναμνήσεις του και του ευχόμαστε ολόψυχα να είναι πάντα καλά και να συνεχίσει να κάνει αυτό που τόσο αγαπάει.














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αντίο, Αλέκο Κοτσάκη

Ο Αλέκος Κοτσάκης με τον κουνιάδο του και πρόεδρο του Αιγάλεω, Γιάννη Παλτόγλου στο "Ι.Λ.Ο.Α" (14-6-2017) Πίσω διακρίνονται οι αεί...