Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Όλοι εμείς...

Εμπνεόμενος απ’ το λυρικό ύφος ενός εκ των κορυφαίων ιστοριογράφων του εικοστού αιώνα όπως είναι ο Ernst Hans Gombrich,  θα ήθελα να πετάξω με τα φτερά της φαντασίας πάνω από την πόλη μας.

Είμαι σίγουρος ότι κάπου εκεί στο βάθος του ορίζοντα, διακρίνονται μικρά προχειροφτιαγμένα σπιτάκια. Στέγαζαν ελάχιστους ανθρώπους, λίγους τεχνίτες που πάσχιζαν να εξασφαλίσουν τα προς το ζειν, μαζί με τους μουτζουρωμένους εργάτες που μοχθούσαν ολημερίς στη σκιά της καμινάδας του Πυριτοδοποιείου.

Πιο δίπλα, σα σε αρμονική παράταξη, ξεχωρίζω τους αμπελώνες και τα οργωμένα χώματα του βοτανικού, όσο και την πρασινάδα του Ελαιώνα. Το σκηνικό συμπληρώνουν η κοίτη του Κηφισού με την πλούσια βλάστηση και ο φιδίσιος χωματόδρομος της Ιεράς Οδού.

Φθάνει ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών, έως ότου προβάλλουν μπροστά μου οι πρώτοι οικισμοί του 1923-24, γεμάτοι ξεριζωμένους πρόσφυγες που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ, δημιουργώντας το βασικό ανθρώπινο υπόβαθρο αυτού του τόπου.

Δυο ακόμη στιγμές θ’ αρκούσαν για να μυρίσω τους καπνούς και να ακούσω τους θρήνους στην ανελέητη σφαγή της 29ης Σεπτεμβρίου του ’44 γύρω από το εκκλησάκι του Άη Γιώργη, αλλά και τους βρυχηθμούς των πυροβόλων στα Δεκεμβριανά.

Πλησιάζω πιο κοντά, στους χωμάτινους δρόμους και τα λασπωμένα στενά και βλέπω να ξεπηδούν μια-μια οι μορφές του νερουλά, του παγωτατζή, του «αρκουδιάρη» πανηγυρτζή, του φωτογράφου αλλά και του χωροφύλακα. Ξυπόλυτα παιδάκια ξεφαντώνουν στις αλάνες της πλατείας Τσάπου, του Αγίου Ελευθερίου και του Λιούμη κλωτσώντας το τόπι, ενώ στου «Γιούρα» τα καφενεία ξεχειλίζουν από ανδρική μαγκιά.

Η πασίγνωστη σιλουέτα του ακάματου αγωνιστή Σταύρου Μαυροθαλασσίτη ξεχωρίζει από χιλιόμετρα μακριά. Πρώτος αρπάζει την αξίνα και το σφυρί, για να οργανώσει τις βασικές υποδομές στην πόλη.

Βλέπω ακόμη στον «Εσταυρωμένο» τις Κυριακές, μπροστά απ’ του «Βαζάκα», την πλατεία γεμάτη με οικογενειάρχες και τον Άγιο Σπυρίδωνα με το δειλό ξεμύτισμα κάποιων αλλοδαπών, που μαζί με τους φλαμπουριώτες αποτελούν τις νέες πληθυσμιακές προσθήκες στην περιοχή.  

Βλέπω κι άλλα πολλά:

Στον «Κήπο του Αλλάχ» και τ’ άλλα κέντρα το θρυλικό Αττίκ να ξεσηκώνει τον κόσμο με τις μελωδικές του συνθέσεις. Το μπουζούκι του Γιώργου Ζαμπέτα να παράγει «αγγέλους», τον Προβιά να μεγαλουργεί στο «χασάπικο» και τη φωνή των Πολυκανδριώτιδων να ταυτίζεται με το τι σημαίνει Αιγαλιώτικη λεβεντιά.

Στου «Παρμαξή» τις παρέες να γλεντούν και τα πιρούνια να «παίρνουν φωτιά».

Στις «λαμαρίνες», τα νιάτα της πόλης να χτίζουν βήμα-βήμα το αθλητικό όνομα του «Αιγάλεω-Σίτι» σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ.

Γυρίζω το βλέμμα και κοιτώντας προς Πειραιά, τα μάτια μου σταματούν τώρα στον τσιμεντένιο όγκο του Δημοτικού Σταδίου. Στα αυτιά μου αντηχούν οι ιαχές των πανηγυρισμών για τις σπουδαίες επιτυχίες της παρέας των Μαραμενίδη, Καραβοκυράκου, Μαρκόπουλου, Γιαννακόπουλου, Κυριακίδη, Πουπάκη, Μπαλαρίνη, Τσιαμπουρή,  Λάρδα, Ντουντούμη, Εξωμανίδη, Σταυρόπουλου, Λυκουρίνου και τόσων άλλων...    

 Ο ουρανός ξαφνικά σκοτεινιάζει. Ανοίγουν οι καταρράκτες του και ξερνούν τόνους νερό. Τώρα ζω με οδύνη το ξεκλήρισμα αρκετών οικογενειών στην πλημμύρα του ’77. Σαν σε όνειρο που γίνεται εφιάλτης, συγκλονίζομαι από το εκκωφαντικό τρίξιμο των κτιρίων, εκείνο το βράδυ στο σεισμό του ’81.

Αποστρέφω το κεφάλι μου προς τον πέτρινο τοίχο του Νεκροταφείου όπου αναπαύθηκαν τα αθώα θύματα, απέναντι από τις «φυστικιές». Κάποιοι έχουν γράψει με πράσινη μπογιά «Εμείς στο Αιγάλεω ψηφίζουμε Αλλαγή», ήταν το χάραμα μιας νέας εποχής για την Ελλάδα.

Έζησα μονομιάς τόσα πολλά...

Εξακόντισα την πορτοκαλί μπάλα στα καλάθια του Εθνικού Αθλητικού Κέντρου, σούταρα στο χωμάτινο γήπεδο των ΤΕΙ και θαύμασα το νέο κολυμβητήριο δίπλα στο παλιό Δημαρχείο. Κάθισα στις κερκίδες του «Αλέξης Μινωτής» τα καλοκαίρια, είχα την τύχη να μιλήσω για την ιστορία της ομάδας και της πόλης στην αίθουσα του «Γιάννης Ρίτσος» και του Δημαρχιακού Συμβουλίου.

Το ταξίδι των αναμνήσεων σιγά-σιγά τελειώνει. Ωστόσο είμαι από εκείνους που δε λησμονούν την καταγωγή τους.

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, γιατί γεννήθηκα μια εποχή ρομαντική, σε μια περιοχή γεμάτη ιστορικές μνήμες, της οποίας οι άνθρωποι κόπιασαν προκειμένου να κατακτήσουν όσα έχουν σήμερα. Δεν ήταν προνομιούχα γειτονιά, ούτε εστία εκλεκτών. Ήταν (και είναι) μια εργατούπολη, γεμάτη ζωντάνια και βοή.

Όμως, έχω κι ένα χρέος, όπως όλοι μας...

Να διατηρήσουμε και να προστατεύσουμε τις φυσικές ομορφιές που μας έχουν απομείνει, το άλσος μας, τον Ελαιώνα, το Ποικίλον Όρος. Εκείνο, που 2.500 χρόνια πριν, το ανέβηκε με την αστραφτερή του συνοδεία ένας μεγάλος βασιλιάς για να «απολαύσει» τη θεαματική πανωλεθρία του ανίκητου στόλου του, στα γαλανά νερά του Σαρωνικού.

Για όλα όσα έγιναν σ’ αυτό τον τόπο αισθάνομαι περήφανος, για αυτά που έρχονται ελπίζω...  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου