70 χρόνια Α.Ο. Αιγάλεω City

Με την ευκαιρία του σημαντικού επιτεύγματος της ομάδας της πόλης μας –η οποία επέστρεψε στη Γ΄ Εθνική κατηγορία- αλλά και με την ευτυχή συγκυρία της συμπλήρωσης 70 ετών δράσης του ιστορικού «Α.Ο. Αιγάλεω», ένα νέο, πολύ ενδιαφέρον βιβλίο – λεύκωμα εκδόθηκε και κυκλοφορεί ήδη.

Το 80-σέλιδο βιβλίο του κ. Νίκου Δημ. Νικολαΐδη με τίτλο «70 χρόνια Α.Ο. Αιγάλεω (1947 – 2017)» περιέχει πλήθος ιστορικών στοιχείων από την πορεία του συλλόγου, αλλά και της ίδιας της πόλης. Επιπλέον, την έκδοση διανθίζουν 60 πρωτότυπα σχέδια του συγγραφέα, στιγμιότυπα από αγώνες του Αιγάλεω κατά τη δεκαετία του ’80.

Για παραγγελίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στο τηλέφωνο 6975816818 ή με ηλεκτρονικό μήνυμα στο aNwDyNos@gmail.com

Για να δείτε το video από την παρουσίαση του βιβλίου, πατήστε ΕΔΩ


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Κατοχή του ελλαδικού χώρου 1453 - 1821



Η κατοχή του ελλαδικού χώρου το χρονικό διάστημα από το 1453 που καταλύθηκε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έως το 1821, έτος κατά το οποίο ξεκίνησε η Ελληνική επανάσταση σηματοδοτεί μια μακρά περίοδο σχεδόν τεσσάρων αιώνων, στη διάρκεια της οποίας τα εδάφη που αποτελούν το σημερινό ελληνικό κράτος βρίσκονταν συνεχώς κάτω από ξενικό ζυγό. Η τουρκική κατάκτηση των περισσοτέρων από τις επαρχίες του βυζαντινού κράτους που ολοκληρώθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα, οδήγησε σε βαθμιαία υποχώρηση των Ενετών από τα ερείσματά τους στη νησιωτική, κυρίως, χώρα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η ελληνική επικράτεια να τεθεί κάτω από την οθωμανική εξουσία. 


Εξαίρεση αποτέλεσαν τα Επτάνησα, που, αφού παρέμειναν στο βενετικό έλεγχο έως το 1796 υπήχθησαν εν συνεχεία στη γαλλική<ref>[http://www.corfuhistory.eu/?p=1738 "Η άφιξη των δημοκρατικών Γάλλων"]</ref>, ρωσική<ref>[http://www.corfuhistory.eu/?p=1312 "''Οι Ρωσοτούρκοι στο Ιόνιο''"]</ref> και μετέπειτα στη βρετανική διοίκηση<ref>[http://www.ime.gr/chronos/12/gr/1833_1897/foreign_policy/choros/05.html "''Η Ιόνιος Πολιτεία και η διεθνής της θέση''"]</ref>, αλλά και η Κρήτη, την οποία οι οθωμανοί κατέλαβαν ολοκληρωτικά (με την πτώση του Χάνδακα), μόλις στα 1669<ref>[http://www.patris.gr/articles/165842?PHPSESSID=#.VS0PopMxhc8 "''340 χρόνια απ’ την πτώση του Χάνδακα στους Τούρκους''"]</ref>.

Χαρακτήρας της οθωμανικής κατάκτησης

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην εδραίωση μιας μορφής εξουσίας που θα του επέτρεπε να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του θρησκευτικού συναισθήματος των υποδούλων, με απώτερο στόχο να εμφανίσει την δική του αυτοκρατορία ως συνέχεια του Βυζαντίου.<ref>Δρ. Απόστολος Διαμαντής, "Από την Άλωση μέχρι τη συνθήκη της Βενετίας" στο ''Ιστορία των Ελλήνων'', Τόμος 10ος, σελ. 18-19</ref> Για το σκοπό αυτό έσπευσε να διορίσει έναν ανθενωτικό κληρικό, τον Γεώργιο Γεννάδιο-Σχολάριο ως νέο πατριάρχη των υποδούλων χριστιανών. Στον πατριάρχη παραχωρήθηκαν εξουσίες<ref>[http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=hist&contents=contents_Genos.asp&main=ecclesia_history&file=8/8.19.htm "Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, "''Η ζωή των υποδούλων Ελλλήνων της Τουρκοκρατίας''", Πρακτικά Β΄ Συνεδρίου, εκδ. Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ειδική Επιτροπή Πολιτιστικής ταυτότητας, Αθήνα 2015, εκδ. Αρχονταρίκι, σελ. 29- 34.]</ref> σε ζητήματα απονομής δικαιοσύνης, αυτοδιοίκησης των ορθοδόξων κοινοτήτων και είσπραξης προσόδων, ενώ παράλληλα το Φανάρι αναγνωριζόταν διεθνώς ως εκπρόσωπος των κατακτημένων πληθυσμών με την υποχρέωση να λογοδοτεί στην κεντρική οθωμανική διοίκηση. Στον αντίποδα, ίσχυαν μια σειρά από περιορισμοί που καταστούσαν υποδεέστερη την κοινωνική και πολιτική θέση των κατακτημένων χριστιανών έναντι των κατακτητών οθωμανών<ref>Δρ. Απόστολος Διαμαντής, ό.π., σελ. 22</ref>. Οι χριστιανοί δεν επιτρεπόταν να φέρουν όπλο, να ιππεύουν, ούτε να ενδύονται με φορεσιές της προσωπικής τους επιλογής, αλλά ούτε και να παρίστανται στα δικαστήρια. Επιπλέον, ο εξισλαμισμός, συχνά οικειοθελής σαν μέσο κοινωνικής αναβάθμισης, το παιδομάζωμα που ίσχυσε τουλάχιστον έως και το 17ο αιώνα για να ατονήσει στη συνέχεια, όπως και η βαριά φορολόγηση, συνιστούσαν τροχοπέδη στην θρησκευτική και οικονομική ελευθερία των υποδούλων<ref>[http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSDIM-F114/520/3382,13623/ "''Οι συνθήκες ζωής των υποδούλων''"]</ref>.

Στρατιωτικές αντιπαραθέσεις στον ελλαδικό χώρο

Από τα μέσα του 15ου αιώνα μέχρι και τις αρχές του 18ου η ελληνική επικράτεια αποτέλεσε ένα από τα βασικά θέατρα επιχειρήσεων διεξαγωγής επτά αλλεπάλληλων τουρκοβενετικών συγκρούσεων, που είχαν ως συνέπεια οι γηγενείς πληθυσμοί να υποστούν μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό τόσο λόγω της συμμετοχής τους στις εμπόλεμες δυνάμεις, όσο και εξαιτίας των τουρκικών αντιποίνων.

Α΄ τουρκοβενετικός πόλεμος

Στα 1456 ο μπέης της Θεσσαλίας Ομάρ διατάχθηκε να εισβάλλει στην Αθήνα, καταλύοντας μετά από διετή αγώνα (1458) την εξουσία του ενετού δούκα Φραγκίσκου Β', του Οίκου των Ακιατζιόλι<ref>Δρ. Απόστολος Διαμαντής, ο.π., σελ. 29-30</ref> Πέντε χρόνια αργότερα ξέσπασε ο πρώτος τουρκοβενετικός πόλεμος (1463 - 1479) του οποίου επακόλουθα υπήρξαν η κατάληψη του Άργους από το μεγάλο βεζίρη Μαχμούτ πασά, η ήττα του ενετικού στρατού στην πολιορκία των Πατρών (1466) και εκτεταμένες καταστροφές παραθαλάσσιων περιοχών της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας (1470)<ref>Δρ. Απόστολος Διαμαντής, ό.π., σελ. 38-39</ref>. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ο σουλτάνος Μωάμεθ τέθηκε επικεφαλής μιας τεράστιας για την εποχή στρατιάς 120.000 ανδρών που ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη με στόχο την άλωση της Χαλκίδας. Παράλληλα, οθωμανικός στόλος τριακοσίων πλοίων (70.000 ναύτες) με ναύαρχο το Μαχμούτ πασά εξήλθε από τα Δαρδανέλια στο Αιγαίο. Στις 12 Ιουλίου του 1470 η Χαλκίδα παραδόθηκε και οι υπερασπιστές της εσφάγησαν ενώ οι επικεφαλής αξιωματούχοι εκτελέσθηκαν. Μπροστά στον κίνδυνο νέων απωλειών, οι Ενετοί έσπευσαν να έρθουν σε πολυετείς διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους, φτάνοντας στη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης (1479<ref>[http://www.patridamou.gr/?p=439 "''Συνθήκη Κωνσταντινούπολης του 1479''"]</ref>), βάσει της οποίας η Λήμνος και η Ίμβρος παραχωρήθηκαν στους οθωμανούς, ενώ η Βενετία υποχρεώθηκε στην καταβολή του ποσού των 100.000 δουκάτων σαν πολεμική αποζημίωση προς την Υψηλή Πύλη.


Β΄ τουρκοβενετικός πόλεμος

Το 1480 ο Αχμέτ πασάς κατέλαβε τα Επτάνησα εκδιώκοντας τις ενετικές αρχές ([[Λεονάρδος Γ΄ Τόκκος|Λεονάρδος Τόκκος]])<ref>Δρ. Απόστολος Διαμαντής, ο.π., σελ. 42</ref> ενώ την ίδια χρονιά μια εξέγερση των κατοίκων της Μάνης υπό τον Κροκόδειλο Κλαδά απέτυχε λόγω αιφνίδιας μεταστροφής της πολιτικής των Ενετών<ref>[http://www.matrix24.gr/2014/01/%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BF-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CF%82-%CE%AD%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B5-%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%BF/ "''Όταν ο Κροκόδειλος Κλαδάς ένωσε Ενετούς και Τούρκους εναντίον του''"]</ref>. Στα 1492 ο νέος σουλτάνος Βαγιαζήτ κατέλαβε ολόκληρη την περιοχή της Ηπείρου<ref>[http://argolikivivliothiki.gr/2009/06/ "''Αργολική βιβλιοθήκη, Μπούα Θεόδωρος''"]</ref> και επτά χρόνια μετά άρχισε νέος πόλεμος μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Βενετίας (1499 - 1503). Στις 30 Αυγούστου του 1499 η Ναύπακτος αναγκάσθηκε να παραδοθεί στις δυνάμεις του Μουσταφά μπέη ο οποίος είχε ενισχυθεί δια θαλάσσης από στόλο 300 πλοίων υπό τον αρχιναύαρχο Νταούντ πασά. Προηγουμένως (12 Αυγούστου) ο Νταούντ είχε κατορθώσει να νικήσει τον ενετικό στόλο (υπό την ηγεσία των Αντώνιου Γκριμάνι και Ανδρέα Λοδεράν) στο Ναυαρίνο. Τον Απρίλιο του 1500 ο ίδιος ο Βαγιαζήτ εξεστράτευσε από ξηράς και θαλάσσης στην Πελοπόννησο αλώνοντας κατά σειρά τη Μεθώνη, την Πύλο και την Κορώνη, ενώ οι ενετοί διατήρησαν τον έλεγχο της Μονεμβασίας και του Ναυπλίου. Στις 24 Δεκεμβρίου ισπανικός στόλος υπό τις διαταγές του ναυάρχου Γκονζάλες Κόρντοβα ενώθηκε στη Ζάκυνθο με τους Ενετούς του Βενέδικτου Πέζαρο και κατέλαβε την Κεφαλλονιά. Στις 30 Αυγούστου του 1502 οι Ενετοί ανακατέλαβαν και τη Λευκάδα. Στις 20 Μαΐου του 1503 υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης<ref>[http://ithacorama.com/el/component/content/article/83-about-ithaca/147-hist-2 "''Η ιστορία της Ιθάκης''"]</ref> ανάμεσα στους εμπολέμους με την οποία παγιώθηκαν οι στρατιωτικές τους επιτυχίες, όμως η Λευκάδα παραδόθηκε σε οθωμανική διοίκηση.

Γ΄ τουρκοβενετικός πόλεμος

Το 1521 ανέλαβε νέος οθωμανός σουλτάνος ο Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής ο οποίος απέστειλε το μεγάλο βεζίρη Μουσταφά με δύναμη 300 πλοίων εναντίον της Ρόδου. Παράλληλα μια στρατιά 100.000 ανδρών κινήθηκε από ξηράς και οι δυο στρατοί αποβιβάσθηκαν στη νήσο. Η πολιορκία του κάστρου των Ιπποτών ξεκίνησε την 1η Αυγούστου και διήρκεσε πέντε ολόκληρους μήνες, έως ότου συνήφθη ανακωχή. Στις 1 Ιανουαρίου του 1522 οι Ιππότες αποχώρησαν οριστικά από τη Ρόδο<ref>[http://www.sansimera.gr/articles/367 "
''Η Άλωση της Ρόδου''"]</ref>, εγκαταλείποντας έτσι τον έλεγχο ολόκληρης της Δωδεκανήσου στους Οθωμανούς. Το 1538, δεύτερο έτος του τρίτου κατά σειρά τουρκοβενετικού πολέμου, οι δυνάμεις του Σουλεϊμάν ολοκλήρωσαν την κατάληψη των νησιών του Αιγαίου, ενώ ο αρχιναύαρχος του τουρκικού στόλου (και πρώην πειρατής) Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα πέτυχε μια σημαντική νίκη σε βάρος των ενωμένων χριστιανικών στόλων στη ναυμαχία της Πρέβεζας (27 Σεπτεμβρίου 1538<ref>[http://hellas.teipir.gr/Thesis/Preveza/greek/history2.html "''Ναυμαχία της Πρέβεζας''"]</ref>). Στις 2 Οκτωβρίου του 1540 υπογράφτηκε μια ακόμη συνθήκη ειρήνης με αποτέλεσμα το Ναύπλιο και η Μονεμβασιά να περάσουν υπό τουρκική κατοχή, ενώ η Βενετία περιορίσθηκε στην διατήρηση της Κύπρου και των Επτανήσων.

Άλωση της Κύπρου

Τον Απρίλιο του 1570 ο νέος σουλτάνος Σελήμ Β΄ διέταξε τους Πιαλή πασά και Μονεζίν Αλή να τεθούν επικεφαλής μιας ναυτικής μοίρας 140 πολεμικών πλοίων και να προσβάλουν την Κύπρο. Το νησί έπεσε ύστερα από πολιορκία μηνών στις αρχές Αυγούστου, με την παράδοση του τελευταίου οχυρού, στην περιοχή της Αμμοχώστου. Ακολούθησαν σφαγές του άμαχου πληθυσμού. Ο διοικητής της ενετικής φρουράς Μπραγκαντίν εκτελέστηκε δια εκδοράς στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Ναυμαχία της Ναυπάκτου

Στις 7 Οκτωβρίου του 1571 ο ενωμένος χριστιανικός στόλος της Δύσης (Ισπανοί-Ενετοί) υπό την ηγεσία του Δον Χουάν και των Αντρέα Ντόρια, Μάρκο Κολόννα και Σεβαστιανού Βενιέ με συνολική δύναμη 230 γαλερών και 40.000 ανδρών νίκησε κοντά στα νησιά Εχινάδες του Κορινθιακού τον αντίστοιχο τουρκικό (230 γαλέρες), εγκαινιάζοντας μια περίοδο φθίνουσας πορείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας<ref>[http://www.lepanto1571.gr/ "''Lepanto 1571''"]</ref>. Με τη συνθήκη της Βενετίας (7 Μαρτίου 1573<ref>[http://www.lygeros.org/articles?n=2158&l=gr Ν. Λυγερός, "''Το Σύμφωνο της Ιεράς Συμμαχίας και η συμβολή του στην επανάσταση''"]</ref>) τερματίσθηκε και ο Δ΄τουρκοβενετικός πόλεμος, παγιώνοντας την τουρκική κατοχή της Κύπρου αλλά θέτοντας παράλληλα στρατιωτικούς περιορισμούς στους Ενετούς.

Ε΄ τουρκοβενετικός πόλεμος

Το έτος 1640 ο σουλτάνος Ιμπραήμ Α' επεδίωξε την αναθέρμανση των συγκρούσεων με τη Βενετία. Χρησιμοποιώντας ως πρόφαση μια επίθεση Ιωαννίτων Ιππότων σε βάρος οθωμανών αξιωματούχων στη Ρόδο (1644), κήρυξε, το καλοκαίρι του 1645 νέο πόλεμο με διακύβευμα τον έλεγχο της Κρήτης, όπου οι Ενετοί διατηρούσαν το τελευταίο τους προγεφύρωμα στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 22 Αυγούστου του 1645 πρώτο υποτάχθηκε στους τούρκους το κάστρο των Χανίων<ref>[http://www.cretalive.gr/history/view/h-katakthsh-twn-chaniwn-apo-tous-tourkous-stis-22-augoustou-1645/101388 "''Η κατάκτηση των Χανίων από τους Τούρκους στις 22 Αυγούστου 1645''"]</ref>. Οι οθωμανοί, επιδιώκοντας να στρέψουν το χριστιανικό πληθυσμό της νήσου ενάντια στους Ενετούς, εγκατέστησαν, με εντολή του αρχιναυάρχου Ντελή Χουσεϊν σαν πρώτο μητροπολίτη Κρήτης το Νεόφυτο Πατελάρο. Ωστόσο, οι Κρήτες τάχθηκαν το πλευρό των Ενετών με τους οποίους τους συνέδεε η θρησκευτική συνάφεια. Στις 13 Νοεμβρίου του 1646, παρά τη γενναία αντίσταση των υπερασπιστών του καταλήφθηκε και ο πύργος του Ρεθύμνου<ref>[http://digitalcrete.ims.forth.gr/tourkology_monuments_display.php?id=151 "''Ιστορικά στοιχεία-περιγραφή''"]</ref>, ενώ ο φρούραρχος Αντρέα Κορνέρ φονεύθηκε κατά τη μάχη.


Πτώση του Χάνδακα

Από το 1647 έως το 1650 ολόκληρη η ανατολική Κρήτη πέρασε στα χέρια των Οθωμανών, ενώ οι Ενετοί περιορίσθηκαν στην ισχυρότατη οχυρωματική θέση του Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο). Τελικά το έσχατο αυτό ενετικό προγεφύρωμα έπεσε ύστερα από πολιορκία 22 ολόκληρων ετών (1647 - 1699). Στους υπερασπιστές του, υπό τον Φραγκίσκο Μοροζίνι, περιλαμβάνονταν Έλληνες, Ενετοί, Άγγλοι, Αυστριακοί, Γερμανοί, Γάλλοι και Ισπανοί ευγενείς. Απέναντί τους, στην τελευταία φάση της πολιορκίας βρέθηκε ο Αχμέτ Κιοπρουλή με δύναμη 40.000 ανδρών καθώς και πλήθος έμπειρων πολεμάρχων, μεταξύ των οποίων ξεχώριζε η παρουσία του Έλληνα Ανδρέα Μπαρότση. Στις 16 Σεπτεμβρίου του 1699 υπογράφτηκε τελικά η συνθήκη παράδοσης της πόλης, εγκαινιάζοντας μια μακραίωνη περίοδο οθωμανικής κατάκτησης (1669 - 1913).

Εκστρατείες του Μοροζίνι

Στα τέλη του 17ου αιώνα η αντιπαράθεση τούρκων και ενετών έλαβε νέεες διαστάσεις λόγω των αλλεπάλληλων εισβολών ενετικών δυνάμεων στην ηπειρωτική Ελλάδα και των προσπαθειών τους να συνεργασθούν με τους εντόπιους χριστιανικούς πληθυσμούς για συντονισμένη δράση κατά της οθωμανικής κατοχής. Επαφές του Μοροζίνι με επιφανείς Μανιάτες (Οκτώβριος του 1684) αποκαλύφθηκαν στην Πύλη, η οποία αντέδρασε με αντίποινα κατά του αμάχου πληθυσμού, υπό τον Ισμαήλ πασά. Τον Ιούνιο του 1685 εξεράγη νέος τουρκοβενετικός πόλεμος<ref>[http://www.eie.gr/archaeologia/gr/chapter_more_8.aspx Κορνηλία Χατζηασλάνη, "''Ο Μοροζίνι στην Αθήνα''"]</ref> με επίκεντρο την Πελοπόννησο. Στις 11 Αυγούστου το κάστρο της Κορώνης καταλήφθηκε από τις χριστιανικές δυνάμεις, ενώ το Σεπτέμβριο οι Τούρκοι εκδιώχθηκαν από την Καλαμάτα, τη Μάνη και ολόκληρη τη Μεσσηνία. Στις 2 Ιουνίου του 1686 ο Μοροζίνι εισήλθε με 11.000 άνδρες στο Ναυαρίνο, ενώ ο σύμμαχός του και μισθοφόρος των Ενετών, Σουηδός κόμης Γουλιέλμος κατέλαβε τη Μεθώνη και την Κυπαρισσία. Στις 30 Αυγούστου οι Ενετοί στρατηγοί μαζί με τους Έλληνες συμμάχους τους ελευθέρωσαν και το Ναύπλιο. Το επόμενο καλοκαίρι (1687) ο Μοροζίνι κατέλαβε την Πάτρα αλλά και την Κόρινθο, ενώ παράλληλα έπεφταν η Καρύταινα, ο Μυστράς και η Μονεμβασιά. Ο Μοροζίνι συνέχισε την εκστρατεία του με την κατάληψη του Αντιρρίου και της Ναυπάκτου, αλλά οι υποχωρούντες από τη Στερεά Ελλάδα Τούρκοι, στο δρόμο τους προς τη Θήβα προχώρησαν σε εκτεταμένες σφαγές των αμάχων πληθυσμών προκειμένου να προλάβουν νέες εξεγέρσεις. Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1687 ενετικός στόλος κατέπλευσε στο λιμένα του Πειραιά και ο στρατός των Ενετών αποβιβάσθηκε καταλαμβάνοντας την Αθήνα, ενώ οι τούρκοι οχυρώθηκαν στο κάστρο της Ακροπόλεως. Από τον κανονιοβολισμό που ακολούθησε, υπέστη ζημιές το μνημείο του Παρθενώνα<ref>[http://www.mixanitouxronou.gr/1992-metaferthike-o-kionas-tou-parthenona-pou-iche-katastrafi-apo-vomvardismo-tou-morozini-stin-akropoli-vinteo/ "''Ο κίονας του Παρθενώνα που καταστράφηκε από τον βομβαρδισμό του Μοροζίνι...
''"]</ref>. Στις 17 Σεπτεμβρίου η φρουρά της Ακρόπολης παραδόθηκε στους Ενετούς. Την επόμενη άνοιξη (1688) ο Μοροζίνι, αφού πρώτα εγκατέστησε νέεες διοικητικές και θρησκευτικές αρχές, αλλά και ενίσχυσε την οχύρωσή της, αποχώρησε από την Αθήνα. Ωστόσο, λίγους μόνο μήνες αργότερα (καλοκαίρι του 1688) ο Μοροζίνι επέστρεψε πολιορκώντας τη Χαλκίδα, όμως λόγω μιας επιδημίας πανούκλας που προκάλεσε το θάνατο πολλών ανδρών του και του ίδιου του στρατηγού του, κόμητος Κένιξμαρκ, υποχρεώθηκε να λύσει την πολιορκία.

Έλεγχος του Αιγαίου

Τον Ιούνιο του 1691 ο Ενετός ναύαρχος Δομήνικος Μοτσενίγκο προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταλάβει τη Χίο και την Τένεδο. Τον Ιούλιο του 1692 επιχείρησε να αλώσει κάστρα της Κρήτης σε συνεργασία με τον ντόπιο οπλαρχηγό Ιωάννη Μαχαιριώτη. Μετά την αποτυχημένη όμως πολιορκία του κάστρου των Χανίων, ο Μοτσενίγκο στρατολόγησε 2.000 Κρήτες εθελοντές και αναχώρησε για την Πελοπόννησο. Γενικά η τακτική των Ενετών προσέβλεπε περισσότερο στη διατήρηση των παράκτιων βάσεών τους στο Αιγαίο, κάτι που συνεχίσθηκε και μετά το θάνατο του Μοροζίνι (9 Ιανουαρίου 1694), όταν ισχυρές ελληνικές και ενετικές δυνάμεις έδρασαν από κοινού στη Στερεά Ελλάδα, ενώ ο νέος ενετός αρχιναύαρχος Μαρίνο Μικιέλι μαζί με το διοικητή της Πελοποννήσου Ζένο, έπλευσαν με 93 πλοία και αποβιβάσθηκαν με 9.000 άνδρες στη Χίο<ref>[http://www.chioshistory.gr/gr/itx/itx243.html "''Οι Βενετοί εκστρατεύουν κατά της Χίου''"]</ref>, ζητώντας την παράδοσή της από τον Τούρκο διοικητή Χασάν πασά. Μετά την άρνησή του, άρχισε κανονιοβολισμός του νησιού, με αποτέλεσμα η οθωμανική φρουρά να παραδώσει τα όπλα της στις 8 Σεπτεμβρίου του 1694. Ωστόσο μια δύναμη 50 τουρκικών πλοίων υπό το Χουσεϊν πασά έσπευσε σύντομα (20 Φεβρουαρίου 1695) να ανακαταλάβει τη νήσο που για την Πύλη αποτελούσε νευραλγικό σημείο για την προστασία των συμφερόντων της. Ο 6ος τουρκοβενετικός πόλεμος έληξε επίσημα με την υπογραφή της συνθήκης του Κάρλοβιτς (26 Ιανουαρίου 1699). Χάρις σε αυτήν, οι Τούρκοι διατήρησαν τον έλεγχο της Σαλαμίνας και της Στερεάς, ενώ η Βενετία κέρδιζε ολόκληρη την Πελοπόννησο και διατηρούσε Λευκάδα και Τήνο.

Ζ΄ τουρκοβενετικός πόλεμος

Στις 9 Δεκεμβρίου του 1714 η Υψηλή Πύλη αποφάσισε την κήρυξη ενός ακόμη πολέμου κατά της Βενετίας, με αφορμή τη χορήγηση ασύλου από τον ενετό διοικητή του Κάτταρο σε Μαυροβούνιους αντάρτες. Απώτερος όμως σκοπός των Οθωμανών ήταν η επανάκτηση της Πελοποννήσου. Οι Ενετοί απέτυχαν να εξασφαλίσουν τη βοήθεια άλλων χριστιανικών κρατών και τότε αναγκαστικά προχώρησαν σε σύσταση μισθοφορικών ένοπλων σωμάτων από Έλληνες, Αλβανούς, Ιταλούς, Γερμανούς και Ελβετούς μαχητές. Ωστόσο, ο έντονος θρησκευτικός πατερναλισμός που είχαν επιβάλει στους Έλληνες της Πελοποννήσου<ref>[http://www.koutsochera.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=42&Itemid=32&lang=el Αλέκος Γ. Αθανασόπουλος, "''Κουτσοχέρα Ηλείας-Η Ιστορία του χωριού''"]</ref>, είχε προκαλέσει δυσαρέσκεια στους ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς, των οποίων οι εκπρόσωποι (πρόκριτοι και ιερωμένοι) ήρθαν σε μυστικές επαφές με τους Οθωμανούς, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ομαλή μετάβαση εξουσίας.

Πτώση της Πελοποννήσου

Οι Ενετοί ενίσχυσαν τις οχυρώσεις τους στα κάστρα της Πελοποννήσου και εξόπλισαν τις φρουρές, ενώ φρόντισαν για την προμήθεια τροφίμων και πολεμοφοδίων. Από την άλλη, μια μοίρα 150 πλοίων υπό την αρχηγία του αρχιναυάρχου Τσανούμ Χότζα εξήλθε από τα Στενά. Ανάλογη δύναμη εξεστράτευσε από ξηράς με επικεφαλής τον Αλή Κιουμουρτζή ο οποίος εγκατέστησε το αρχηγείο του στη Θήβα. Ο τουρκικός στόλος κατέλαβε την Τήνο και έπλευσε προς την Πελοπόννησο. Παράλληλα μια δύναμη 25.000 γενιτσάρων υπό τον Τοπάλ Οσμάν πολιόρκησε το Ναύπλιο και 40.000 οθωμανοί υπό τον Καρά Μουσταφά εξεστράτευσαν προς το Ρίο. Στις 10 Ιουνίου του 1715 ο Κιουμουρτζί κάλεσε τη φρουρά της Ακροκορίνθου να παραδοθεί, όμως οι Ενετοί επέλεξαν να αντισταθούν επί τρεις εβδομάδες και μετά να διαπραγματευτούν με ευνοϊκούς όρους<ref>[http://www.odigostoupoliti.eu/akrokorinthos-apatito-kastro/ "''Ακροκόρινθος. Το «απάτητο» κάστρο''"]</ref>. Όμως μια μάλλον τυχαία έκρηξη πυριτιδαποθήκης που προκάλεσε εκτός των ανδρών της φρουράς και μεγάλες απώλειες στους Τούρκους, έδωσε στους τελευταίους το πρόσχημα να καταπατήσουν τη συμφωνία παράδοσης. Ακολούθησε η κατάληψη του Άργους και η πολιορκία του ίδιου του Ναυπλίου από δύναμη 60.000 Οθωμανών υπό την ηγεσία του μπεηλέρμπεη της Στερεάς Αχμέτ Σαρή που πολιόρκησε το Παλαμήδι, ενώ ισάριθμη δύναμη υπό τον Αχμέτ πασά προσέβαλε τα τείχη της πόλης, την οποία υπεράσπιζαν μόλις 4.000 Ενετοί. Η φρουρά του Ναυπλίου, χάρις στη βοήθεια και των Ελλήνων κατοίκων άντεξε επί 8 ημέρες, έως ότου η προσχώρηση στη μεριά των Τούρκων του μισθοφόρου των Ενετών, Γάλλου συνταγματάρχη Λε Σαλ επέτρεψε στους οθωμανούς να εισβάλουν, με αιχμή γενιτσαρικό σώμα. Η κατάληψη του Ναυπλίου συνοδεύτηκε από σφαγή των υπερασπιστών του. Την άλωση του Ναυπλίου ακολούθησαν η πτώση της ευρύτερης περιοχής της Μάνης, του Ναυαρίνου και της Κορώνης και η εγκατάλειψη της Μεθώνης από τη φρουρά της. Μονεμβασιά και Κύθηρα είχαν την ίδια τύχη, όπως και οι μικρές ενετικές κτήσεις στην Σούδα και τη Σπιναλόγκα, που παραδόθηκαν στις 18 Σεπτεμβρίου και 7 Οκτωβρίου του 1715, αντίστοιχα. Στο Ρίο, Ενετοί και Έλληνες αντιστάθηκαν περίπου επί ένα μήνα, όμως στις 13 Αυγούστου παραδόθηκαν. Το Δεκέμβριο του 1715 ολόκληρη η Πελοπόννησος είχε ανακαταληφθεί από τον οθωμανικό στρατό.

Τουρκική εισβολή στα Επτάνησα

Το Μάιο του 1716 ο ναύαρχος Τσανούμ Χότζα κατέπλευσε με το στόλο του στο Ιόνιο, φτάνοντας στα ανοικτά της Κέρκυρας στις αρχές του θέρους. Το νησί υπερασπιζόταν ο Γερμανός κόμης Σούλμπουργκ, κάτω από τις εντολές του Ενετού προβλεπτή Αντωνίου Λορεδάν. Τη φρουρά της νήσου αποτελούσαν 1.000 Έλληνες πολεμιστές υπό τους αδελφούς Κοψοκέφαλου, το Δημήτριο Στρατηγό, το Φραγκίσκο Ρώμα και το Νικόλαο Θεοτόκη, καθώς επίσης και 1.500 Ιταλοί και Γερμανοί μισθοφόροι. Οι Οθωμανοί, παρά την ήττα τους στη θάλασσα (8 Ιουλίου) αποβίβασαν 10.000 άνδρες και ξεκίνησαν πολιορκία του φρουρίου. Στις 22 Ιουλίου κατέφθασαν ενισχύσεις από 20 ιταλικά και ισπανικά πλοία που τόνωσαν το ηθικό των εγκλείστων, οι οποίοι με συνεχείς εξόδους έφθειραν τους Οθωμανούς και απέτρεψαν την τελική έφοδο. Το βράδυ της 20ης Αυγούστου του 1716 μια μεγάλη τρικυμία σάρωσε τον οθωμανικό στόλο και υποχρέωσε τις δυνάμεις τους να αποσυρθούν<ref>[http://www.corfuhistory.eu/?p=336 "''Η τουρκική πολιορκία του 1716''"]</ref>. Οι Κερκυραίοι απέδωσαν το συμβάν σε παρέμβαση του προστάτη του νησιού Αγίου Σπυρίδωνα. Ο κόμης Σούλμπουργκ καταδίωξε τους υποχωρούντες Τούρκους στη στεριά, επιτυγχάνοντας την κατάληψη του Βουθρωτού, ενώ σύντομα ανακαταλήφθηκαν η Λευκάδα, η Πρέβεζα και η Βόνιτσα.

Επιχειρήσεις στο Αιγαίο

Τον Ιούλιο του 1717 ο νέος ενετός αρχιναύαρχος Λουδοβίκος Φλανγκίνι νίκησε τον οθωμανικό στόλο στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Ίμβρου και της Λήμνου και λίγες μέρες αργότερα επανέλαβε την επιτυχία του στο Ταίναρο. Το ερχόμενο καλοκαίρι (Ιούλιος 1718) οι Ενετοί υπό το Μάρκο Αντώνιο Ντιέλο πέτυχαν, ύστερα από τριήμερη ναυμαχία να εκδιώξουν τον οθωμανικό στόλο του Σουλεϊμάν Χότζα, ανοικτά της Ελαφονήσου. Η λήξη του 7ου τουρκοβενετικού πολέμου που υπογράφτηκε με τη συνθήκη του Πασάροβιτς<ref>[http://historyreport.gr/index.php/%CE%A3%CF%84%CE%B1-%CE%BD%CE%B5%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1/%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AE-%CE%98%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/1123-%CE%9F%CE%B9-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%A0%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CF%84%CF%82-1718-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%92%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%BF%CF%85-1739 "''Οι συνθήκες του Πασάροβιτς (1718) και του Βελιγραδίου (1739)''"]</ref>, επέτρεψε στους Οθωμανούς να διατηρήσουν την Πελοπόννησο, την Αίγινα, την Τήνο και ολόκληρη την Κρήτη, πέραν της πάγιας κατοχής που είχαν επιβάλει στα υπόλοιπα ηπειρωτικά εδάφη του ελλαδικού χώρου (Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρο κλπ).

Τελευταία περίοδος της οθωμανικής κατοχής

Οι έσχατες προσπάθειες αποτίναξης του τουρκικού ζυγού έλαβαν χώρα στην ελληνική επικράτεια από τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα, οπότε αποχώρησε ουσιαστικά ο ενετικός παράγοντας, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η απόφαση των υποδούλων Ελλήνων να διεκδικήσουν την εθνική τους απελευθέρωση και την κρατική τους οντότητα, αποκρυσταλλώθηκε με τη δημιουργία και τη δράση της Φιλικής Εταιρείας. Κατά τη διάρκεια αυτών των τελευταίων περίπου 80 ετών της οθωμανικής κυριαρχίας συνέβησαν σημαντικά γεγονότα που αν δεν άλλαξαν δραστικά τη ροή των εξελίξεων, εντούτοις επηρέασαν τους ελληνικούς πληθυσμούς, αυξάνοντας την επιθυμία για εθνική απελευθέρωση και απόκτηση μιας ανεξάρτητης κρατικής οντότητας, ανάλογης με αυτή που απολάμβαναν άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί εκείνης της εποχής.

Ορλωφικά

Προς τα τέλη του 18ου αιώνα η τουρκική κυριαρχία στο νότιο άκρο της χερσονήσου του Αίμου απειλήθηκε από την επαναστατική δραστηριότητα δυο ρώσων αδελφών, των Αλέξιου και Θεόδωρου Ορλώφ, που όντας γαλουχημένοι με τις αξίες του κλασικισμού και του αρχαιοελληνικού πνεύματος, επεδίωκαν να βοηθήσουν ενεργά στους υπόδουλους Έλληνες. Πίσω από την πρωτοβουλία τους, ωστόσο, διαφαινόταν το ενδιαφέρον της Ρωσίδας αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Μεγάλης<ref>[http://www.makeleio.gr/?p=303536 "''“Το ξανθό γένος των Ρώσων που θα σώσει την Ελλάδα…”''"]</ref> και η επιθυμία της να εμφανισθεί ως η συνεχίστρια της βυζαντινής κληρονομιάς, την οποία σκόπευε να ανασυστήσει. Για το σκοπό αυτό ανέλαβε δράση ο ελληνικής καταγωγής αξιωματικός του ρωσικού στρατού Γεώργιος Παπαζώλης (ή Παπάζωλης), προσωπικός φίλος του εραστή της αυτοκράτειρας Γρηγορίου Ορλώφ, αδελφού των Αλέξιου και Θεοδώρου. Ο Παπάζωλης ήρθε σε μυστικές συνεννοήσεις με πρόκριτους της Μάνης και της Στερεάς Ελλάδας, για την προοπτική μιας γενικευμένης εξέγερσης, όμως οι τελευταίοι του έθεσαν σαν απαραίτητη προϋπόθεση για να κινηθούν, την συμμετοχή στις εχθροπραξίες του ρωσικού στρατού. Τον Οκτώβριο του 1769 μια ναυτική μοίρα 10 ρωσικών πλοίων υπό το ναύαρχο Σπιρτώφ εισήλθε στη Μεσόγειο και στις 28 Φεβρουαρίου του 1770 οι Ρώσοι αποβιβάσθηκαν στο Οίτυλο και ξεκίνησαν την πολιορκία της Κορώνης. 

Οι Οθωμανοί, που είχαν πληροφορηθεί τις κινήσεις αυτές, προέβησαν άμεσα σε αντίποινα, με την καθαίρεση και φυλάκιση του πατριάρχη Μελέτιου Β΄ και τη θανάτωση πολλών προκρίτων και ιερέων της Πελοποννήσου, μεταξύ των οποίων ο μητροπολίτης Μυστρά. Οι δυνάμεις των Ορλώφ κατάλαβαν εν συνεχεία το Μυστρά και τη Σπάρτη, ενώ η επανάσταση εξαπλώθηκε στην Πάτρα, τη Βοστίτσα (Αίγιο), την Κόρινθο, την Ανδρίτσαινα, την Καλαμάτα, αλλά και στη Βόνιτσα, την Παρνασσίδα, το Βάλτο, το Ξηρόμερο, το Μεσολόγγι, φτάνοντας μέχρι τη Θεσσαλία, τα νησιά του Αιγαίου, ακόμη και την Κρήτη (επανάσταση του Δασκαλογιάννη). Όμως, η ρωσική εκστρατεία υπήρξε πρόχειρα σχεδιασμένη, ανεπαρκής σε δυνάμεις και ασυντόνιστη, με συνέπεια, ύστερα από τον αρχικό τους αιφνιδιασμό, οι Οθωμανοί να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Παρά την άλωση της Πύλου και την πολιορκία και αυτής ακόμη της πρωτεύουσας της Πελοποννήσου, Τριπόλεως, οι οθωμανικές στρατιές, ενισχυμένες από άτακτες αλβανικές ομάδες πέρασαν από τη Στερεά στην Πελοπόννησο και εκδίωξαν τους επαναστάτες, προχωρώντας σε πολλά αντίποινα σε βάρος των αμάχων. Οι Ρώσοι, βλέποντας τη δυσμενή εξέλιξη της εκστρατείας τους, αποχώρησαν μαζί με λίγους Έλληνες προκρίτους, φτάνοντας στην Αττική στις 7 Μαΐου του 1770, ενώ η Πελοπόννησος είχε καταληφθεί από τους Τουρκαλβανούς. 

Ωστόσο, στη θάλασσα ο Αλέξιος Ορλώφ συγκρούστηκε με τον οθωμανικό στόλο στις 24 Ιουνίου του 1770 και τον νίκησε στον Τσεσμέ, με μόλις 4.000 τούρκους να διασώζονται και να καταφεύγουν στη Σμύρνη, όπου σημειώθηκαν σφαγές σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού. Όμως η επιτυχία του Ορλώφ στο Αιγαίο δεν είχε συνέχεια και τελικά η σύρραξη έληξε με την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Χάρις σε αυτήν, η Ρωσία απέκτησε το δικαίωμα της προστασίας των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ οι παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας (τμήματα της σημερινής Ρουμανίας) κατέστησαν αυτόνομες με χριστιανό ηγεμόνα. Παράλληλα, όσοι Έλληνες είχαν πάρει μέρος στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο στο πλευρό των Ρώσων, αμνηστεύθηκαν. Έτσι, η Ρωσία κέρδισε το δικαίωμα να παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Τουρκίας και έθεσε τη βάση για μια επεμβατική πολιτική την οποία γρήγορα ενστερνίστηκαν και οι υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις της εποχής, γεγονός που θα οδηγούσε σύντομα στην εξεύρεση λύσης για το λεγόμενο "Ανατολικό ζήτημα"

Αλή πασάς και Λάμπρος Κατσώνης

Μία από τις ισχυρότερες εστίες αμφισβήτησης της οθωμανικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο στάθηκε η δημιουργία του αυτόνομου κράτους του Αλή πασά Τεπενενλή στην Ήπειρο, το οποίο βαθμιαία επεκτάθηκε σε μια τεράστια επικράτεια η οποία περιελάμβανε εκτάσεις της Στερεάς Ελλάδας, της Εύβοιας, της Θεσσαλίας αλλά και τμήματα της Μακεδονίας. Ο Αλή προσέγγισε στα 1791 τη ρωσική πλευρά, προτείνοντας μια συμφωνία αμοιβαίων εγγυήσεων που θα του επέτρεπε να εδραιώσει την κυριαρχία του σε βάρος ακόμη και αυτής της Υψηλής Πύλης. Παράλληλα, ο ελληνικής καταγωγής Ρώσος αξιωματικός Λάμπρος Κατσώνης εγκαινίασε μια σειρά ναυτικών επιχειρήσεων στο Αιγαίο που θορύβησαν τους Οθωμανούς, εγείροντας ελπίδες στους Έλληνες. Την άνοιξη του 1790 μια αποστολή συνεργατών του Κατσώνη έγινε δεκτή από τη Μεγάλη Αικατερίνη, ζητώντας τη βοήθειά της. Το επαναστατικό σχέδιο που υποβλήθηκε στη Ρωσίδα αυτοκράτειρα προέβλεπε εξεγέρσεις στην Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, με απώτερο σκοπό την προσβολή της Θεσσαλονίκης και την πορεία προς την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, τα εγχειρήματα δεν πραγματοποιήθηκαν, με εξαίρεση τη συντονισμένη δράση του Κατσώνη στο Αιγαίο, η οποία συνεχίσθηκε μέχρι το 1792 όταν ο ναύαρχος διέκοψε τη δραστηριότητά του και δυο χρόνια μετά (1794) βρήκε καταφύγιο μαζί με την οικογένειά του στη Ρωσία. Περίπου την ίδια εποχή, ο Αλή πασάς επεξέτεινεινε συνεχώς τα όρια του κράτους του, καταφέρνοντας να εκδιώξει τους Σουλιώτες από τις πατρογονικές εστίες τους, ύστερα από συνεχείς εκστρατείες εναντίον τους (Δεκέμβριος 1803).

Ρήγας Φεραίος και Ιωάννης Καποδίστριας

Τις αποσχιστικές τάσεις του Αλή πασά και τις επιτυχημένες δράσεις του Κατσώνη στο Αιγαίο συμπλήρωσαν, αρχικά οι επαναστατικοί σχεδιασμοί του Ρήγα Βελεστινλή και στη συνέχεια οι διπλωματικές ενέργειες του κόμη Κάπο Ντ' Ίστρια (Ιωάννης Καποδίστριας), που εν μέρει προετοίμασαν την τελική φάση αμφισβήτησης της οθωμανικής κατοχής του ελλαδικού χώρου. Το 1796 ο Ρήγας εξέδωσε τη Χάρτα του και τον επόμενο χρόνο (1797) το Θούρειό του. Παρά το θάνατο του ίδιου και των συντρόφων του στον πύργο Νεμπόισα του Βελιγραδίου, στις 24 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, το όραμα του Ρήγα για μια πανβαλκανική εξέγερση εναντίον των Οθωμανών στάθηκε και αυτό μια από τις αφορμές για τη σύντομη υλοποίηση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Δυο περίπου δεκαετίες μετά το θάνατο του Ρήγα, η εμφάνιση του Καποδίστρια και η ανάρρησή του στα ύψιστα αξιώματα της ρωσικής διπλωματίας υπήρξαν βασικές παράμετροι για την εγκαθίδρυση του πρώτου στα χρονικά ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Πηγή

* ''Ιστορία των Ελλήνων'', Τόμος 10: ''Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία 1453-1821'', εκδόσεις "ΔΟΜΗ". ISBN 960-6669-20-3

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου