Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Τ' αστέρια του Αιγάλεω Α.Ο.: Γιώργος Ροκίδης


Ο Γιώργος Ροκίδης είναι ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές που ανέδειξε η ομάδα του Αιγάλεω Α.Ο.


Πρωτοεμφανίσθηκε σε πολύ νεαρή ηλικία και συγκεκριμένα στην αρχή της περιόδου 1962-63, στην αναμέτρηση της ομάδας μας με τον Εθνικό Πειραιώς για το πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής κατηγορίας.

Αγωνιζόμενος με ιδιαίτερη επιτυχία ως μέσος και επιθετικός, γρήγορα συγκέντρωσε τα βλέμματα πάνω του και το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του κίνησε το ενδιαφέρον μεγαλύτερων συλλόγων.

Το καλοκαίρι του 1963 συγκροτείται -κατόπιν πρωτοβουλίας του Ανδρέα Βγενόπουλου- η Μικτή Αθηνών στην οποία καλούνται από το Αιγάλεω ο Ροκίδης και ο Λάκης Μαραμενίδης. Η Μικτή ταξιδεύει για αγώνες επίδειξης σε Καναδά (Τορόντο και Μόντρεαλ) και ΗΠΑ (Νέα Υόρκη), όπου ο Ροκίδης πραγματοποιεί εξαιρετικές εμφανίσεις. Στο Τορόντο μάλιστα, βρέθηκε αντίπαλος του φημισμένου Τσέζαρε Μαλντίνι, ο οποίος αγωνιζόταν με το συγκρότημα της “New Italia”.

Με τη λήξη της σεζόν 1963-64 ο ήδη τότε διεθνής με την Εθνική ομάδα των Νέων Ροκίδης κάνει το μεγάλο βήμα, καθώς μετεγγράφεται στον Παναθηναϊκό και η μετακίνηση εκείνη (μαζί με του Αγανιάν, από τον Παναιγιάλειο στον Ολυμπιακό) καταγράφεται ως η σπουδαιότερη της εποχής.

Με τους «πράσινους» ο Ροκίδης θα διαπρέψει (ειδικά στην τετραετία 1967-70), καθώς συμμετείχε (έως και το 1971-72) σε 93 επίσημους αγώνες πρωταθλήματος, επιτυγχάνοντας παράλληλα και 8 τέρματα. Το 1969-70 μαζί με τον αείμνηστο Δημητρίου αναδεικνύονται σε πολυτιμότεροι παίκτες του «τριφυλλιού», τόσο από πλευράς συμμετοχών, όσο και συνολικής απόδοσης.

Δυστυχώς, κάποιοι τραυματισμοί στέρησαν τη συνέχεια της καριέρας του και τη σπουδαία εξέλιξη που έως τότε διαγραφόταν σίγουρη. Ωστόσο, ο Γιώργος Ροκίδης κατέχει περίοπτη θέση στην ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας μας και λόγω χαρακτήρα, αλλά το κυριότερο λόγω ποδοσφαιρικής αξίας.

Συναντήσαμε πρόσφατα το σπουδαία αυτό παλαίμαχο ποδοσφαιριστή, ο οποίος με χαρά δέχθηκε να μας παραχωρήσει τη συνέντευξη που ακολουθεί:



Θυμίστε μου την πρώτη εμπειρία που είχατε από το ποδόσφαιρο.



Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, λίγο πριν το δημοτικό, παίζαμε στις αλάνες του Αιγάλεω, στα περιβόλια του Μαρκίδη. Αργότερα ο πατέρας μου από χόμπι έφτιαξε παιδική ποδοσφαιρική ομάδα, που ονόμασε «Έλλη» (προς τιμή της πολεμικής φρεγάτας) και η οποία είχε ομοιόμορφες εμφανίσεις κι έδινε φιλικά παιχνίδια στην πλατεία του Τσάπου. Το 1958 ο Τρύφωνας Τζανετής -τότε προπονητής της ανδρικής ομάδας του Αιγάλεω-μάζεψε και δοκίμασε περίπου 150 παιδιά της ευρύτερης περιοχής στο γήπεδο της Δημαρχίας («Λαμαρίνες»). Επιλέγοντας εξ’ αυτών, συγκρότησε τέσσερις ομάδες οι οποίες συμμετείχαν σε ένα «εσωτερικό» πρωτάθλημα και διαγωνίζονταν μεταξύ τους πριν την έναρξη των αγώνων της Β’ Εθνικής στο Αιγάλεω, μπροστά σε γεμάτες κερκίδες. Σε διάστημα δύο ετών –μέχρι το 1960- καθιέρωσε εκτός από τα κυριακάτικα ματς και προπόνηση κάθε Δευτέρα, αλλά και φιλικά παιχνίδια με τις παιδικές ομάδες της ΑΕΚ, του Παναθηναϊκού, του Πανιωνίου και του Απόλλωνα. Παράλληλα ξεχώρισε τους καλύτερους και φρόντισε να τους δεσμεύσει με δελτία. Από εκείνη τη φουρνιά αναδείχτηκαν οι Λυκουρίνος, Ντουντούμης, Ζαρδαμόπουλος, Λαζαρίδης, Μουρίκης, Μανιάτης. Το 1962 έκανα το ντεμπούτο μου με την ανδρική ομάδα του Αιγάλεω στην Α’ Εθνική και το ίδιο έτος κλήθηκα στην Εθνική Ομάδα των Νέων για την πρόκριση κατ’ αρχή και έπειτα τη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Νέων στο Λονδίνο (Απρίλης 1963).



Τι κλίμα επικρατούσε τότε στο Αιγάλεω και τι διαφορές βρήκατε στον ΠΑΟ;



Στην ανδρική ομάδα του Αιγάλεω έπαιξα δύο ποδοσφαιρικές σεζόν (1962-63, 1963-64). Η χώρα προσπαθούσε να ορθοποδήσει από τα δεινά του εμφυλίου, σταδιακά επουλώνονταν τα τραύματα και αναπτύσσονταν συνεκτικοί δεσμοί στις εκάστοτε μικροκοινωνίες. Στις συνοικιακές ποδοσφαιρικές ομάδες επικρατούσε έντονα παρεΐστικο κλίμα, με φιλικές σχέσεις των παικτών, προπονητών και παραγόντων. Όλοι έπαιζαν για τη φανέλα, όσο παρωχημένο κι αν ακούγεται αυτό για το ποδοσφαιρικό σήμερα, την εποχή του άκρατου επαγγελματισμού και των ληξιπρόθεσμων συμβολαίων.



Τις δε διαφορές μεταξύ Αιγάλεω και ΠΑΟ εύκολα μπορώ να παραλληλίσω με τις διαφορές Ανατολικού και Δυτικού (τότε) Βερολίνου. Ο ΠΑΟ ήταν πολύ μπροστά σε διοικητική οργάνωση, διέθετε ποιότητα γηπέδου, αποδυτηρίων, ιματισμού, είχε καθορισμένους πρωταγωνιστικούς στόχους, απολάμβανε αναγνωρισιμότητα και εκτός Ελλάδος. Οι παίκτες του ΠΑΟ ήταν μονίμως στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και απασχολούσαν τον Τύπο ακόμα και με την εξωγηπεδική τους ζωή, ήταν δηλαδή με την ορολογία της show-business αστέρες. Πρόεδροι του συλλόγου ήταν επιφανείς άνδρες της πολιτικής και της επιχειρηματικής ελίτ της χώρας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τους Μοάτσο (δεξί χέρι του Καραμανλή), Απόστολο Νικολαΐδη (μεγάλος επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης της SOFTEX), Πανουργιά (μεγαλοδικηγόρος) και Παπαναστασίου (γ.γ. Υφ. Αθλητισμού και εκ των ιδρυτών του ΠΑΟ). Προπονητές του συλλόγου διετέλεσαν μεγάλα ονόματα έως και μυθικές μορφές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όπως οι Πούσκας, Μπόμπεκ κ.α.



Ποίους είχατε συμπαίκτες εκεί;



Όταν μετεγγράφηκα στον ΠΑΟ, το 1964, είχα συμπαίκτες εκεί εννέα διεθνείς (μεταξύ των οποίων τους Καμάρα, Δομάζο, Λουκανίδη, Σούρπη) και στη συνέχεια όλη την ομάδα του Γουέμπλεϊ (Αντωνιάδης, Γραμμός, Ελευθεράκης, Οικονομόπουλος, Τομαράς, Μητρόπουλος κ.α.)



Ποιος προπονητής σας βοήθησε περισσότερο;



Από όλους τους προπονητές μου είχα κάτι να πάρω και με όλους είχα καλές σχέσεις, μεταξύ των οποίων και μεγάλα ονόματα του παγκόσμιου και του ελληνικού ποδοσφαίρου, όπως οι Πούσκας, Μπόμπεκ, Χουάν Χόκμπεργκ (ουρουγουανός), Λιούμπισα Σπάϊτς (γιουγκοσλάβος), Σάνον, Μπέλα Γκούντμαν, Πετρόπουλο, Τζανετή, Μάγειρα, Λευτέρη Αντωνιάδη. Πιο πολύ όμως μου έχουν εντυπωθεί στη μνήμη μου οι Χρήστος Ρίμπας και Γαβρίλος Γαζής.



Τι αισθανθήκατε αγωνιζόμενος ως αντίπαλος του Αιγάλεω;



Έπαιξα πολλές φορές αντίπαλος του Αιγάλεω. Τα συναισθήματα ήταν πάντα έντονα και ιδιαίτερα, αφού ήταν η ομάδα με την οποία ντεμπουτάρισα στην Α’ Εθνική και κλήθηκα σε μία εκ των εθνικών ομάδων, την Νέων (επί ημερών ΠΑΟ έπαιξα επίσης στην Ελπίδων και στην Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ τραυματισμοί μου στέρησαν τη συμμετοχή στην Εθνική Ανδρών). Χαρακτηριστικά θυμάμαι ένα παιχνίδι στη Λεωφόρο, το 1970, όπου ο ΠΑΟ νίκησε με 4-0 το Αιγάλεω. Δεν είχα διάθεση και δεν πανηγύρισα κανένα από τα τέρματα που σημειώσαμε. Από την άλλη, ευτυχώς δεν είχα συμμετοχή στην ήττα από το Αιγάλεω με 0-2 την χρονιά του Γουέμπλεϊ.



Ποια ήταν η κορυφαία στιγμή στην καριέρα σας;



Πολλές στιγμές, πέντε πρωταθλήματα, δύο νταμπλ, τρεις τελικοί Κυπέλλου, όμορφα γκολ. Και βέβαια κορυφαία στιγμή ο τελικός του Γουέμπλεϊ, παρά το γεγονός ότι ένας σοβαρός τραυματισμός μου στέρησε την ευκαιρία για συμμετοχή. Και μικρότερες στιγμές, που μου έχουν εντυπωθεί έντονα, ίσως κι επειδή ήταν οι μεγαλύτερες μέχρι την επόμενη (που μοιραία τις επισκίαζε). Όπως το πρώτο μου γκολ με το Αιγάλεω στον εκτός έδρας αγώνα με τη Νίκη Βόλου (νικήσαμε 2-1 με τον Μαραμενίδη να σημειώνει το πρώτο τέρμα), που ήταν γκολ παραμονής στην Α’ Εθνική. Όπως το επιβλητικό 7-2 επί της Εθνικής Νέων της Γερμανίας (των Μπεκενμπάουερ, Μάγιερ, Ποτ, Σβάτσενμπερκ, κ.α.) στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Νέων στο Λονδίνο και τα χειροκροτήματα και οι επευφημίες από τις άλλες αποστολές.



Υπάρχει κάποιο γκολ που θυμάστε ιδιαίτερα;



Το γκολ στο 1-0 επί του Ολυμπιακού το 1968 στη Λεωφόρο, στο ντέρμπι που χαρακτηρίστηκε από την κόντρα των προπονητών Πετρόπουλου (ΠΑΟ) και Μπόμπεκ (ΟΣΦΠ). Έκλεψα την μπάλα από τον Μίλλερ, το ένα-δύο με τον Ελευθεράκη και αριστερό σουτ στα γκολπόστ που «βλέπουν» προς Πατησίων.



Επίσης το 1969 στο Κύπελλο Κυπελλούχων με αντίπαλο τη βελγική Ντάριγκ. Στο πρώτο ματς είχαμε χάσει με 2-1. Στη Λεωφόρο το παιχνίδι δεν πήγαινε καλά, λευκή ισοπαλία μέχρι πέντε λεπτά πριν τη λήξη. Τότε μπήκα αλλαγή, ο Αριστείδης Καμάρας έκανε βαθύ γέμισμα στην αντίπαλη περιοχή, όπου διεκδίκησε τη μπάλα ο Αντώνης Αντωνιάδης με το βέλγο σέντερ-μπακ. Η μπάλα κατέληξε έξω από τη μεγάλη περιοχή, όπου την κοντρόλαρα με το στήθος κι έκανα ένα δυνατό αριστερό σουτ. Η πρόκριση ήταν πια δική μας, στις καθυστερήσεις σημειώσαμε και δεύτερο τέρμα.



Τι κερδίσατε και τι χάσατε απ’ το ποδόσφαιρο;



Κέρδισα αναγνώριση, έντονα συναισθήματα που μόνο ο αθλητισμός μπορεί να προσφέρει, ταξίδια, φιλίες, γνωριμίες, κοινωνική μόρφωση, εμπειρίες ζωής και σφυρηλατημένο χαρακτήρα.



Απώλειες δεν υπήρχαν, με εξαίρεση ίσως την ταλαιπωρία από τραυματισμούς και τις σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις.



Σήμερα είστε σε επαφή με το άθλημα, ή όχι;



Μέχρι το 2005 και για τριάντα έτη άσκησα το επάγγελμα του προπονητή στις ομάδες των Χανίων (Β’ Εθνική), Αίαντα Σαλαμίνος, Ζακύνθου, Αστέρα Αμαλιάδος, Παπάγου, Α.Ο. Κέρκυρας, Α.Ο. Όλυμπου, Λευκίμμης. Γεύτηκα ανόδους κατηγοριών, πολλές και πλούσιες στιγμές, μαζί και απογοητεύσεις (αναπόφευκτες στον αθλητισμό), με συνολικό απολογισμό οπωσδήποτε θετικό. Πλέον, αν και χωρίς ενεργό συμμετοχή, μέσα από τις φιλίες και τις σχέσεις με ανθρώπους του χώρου και βοηθούσης της εμπειρίας που αποκόμισα από τις θέσεις παίκτη και προπονητή, διατηρώ την επαφή μου με το ποδόσφαιρο, παρακολουθώ τις εξελίξεις και διαμορφώνω άποψη.



Σας ευχαριστώ θερμά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου